Δεν ήθελε να με ενοχλήσει, άκουσον άκουσον, αργά τη νύχτα και πήγε .... σε ξενοδοχείο. Απαράδεκτο, φιλενάδα!
Καιρό πολύ έλεγε πως θα κατέβει από την Αθήνα για δουλειά και όταν την προηγούμενη, παρόλο που με είχε ειδοποιήσει πως θα έλθει, δεν ήλθε, θεώρησα πως για άλλη μια φορά δεν πρόλαβε, και ανέβαλε το ταξίδι της. Δεν μου είπε πως είχε να παρουσίασει στο δημοτικό συμβούλιο του Ρεθύμνου τη μελέτη που εδώ και χρόνια παλεύει. Και έγινε η παρουσίαση, και εισέπραξε τα συγχαρητήρια, (εδώ δεν ισχύει το ουδείς προφήτης στον τόπο του) και η κολλητή της έλειπε. Μέσα στο άγχος και το τρέξιμο νόμιζε, λέει, πως μου το είχε πει.
-Καλά, δεν αναρωτήθηκες γιατί δεν ήμουν εκεί; τη ρώτησα μετά.
-Αναρωτήθηκα, αλλά... (είχε ξεχάσει και το κινητό της στην Αθήνα, οπότε καμία δυνατότητα επικοινωνίας).
Τέλος πάντων. Και τον καφέ μου ήπια με την Ελευθερία, και ήλθε και η φίλη μου εκεί, και αλλάξαμε καφετέρια, και λέγαμε, λέγαμε, λέγαμε και δεν προφταίναμε. (Φωτογραφίες... δεν υπάρχουν. Εδώ δεν προφταίναμε τις γλώσσες μας, τη μηχανή θα σκεφτόμουνα!) Και ήλθε η ώρα του φαγητού. Να μετακινηθούμε με τα πόδια, να απολαύσουμε τη λιακάδα, έκανε την πρόταση εκείνη. Σιγά μην της έφερνα αντίρρηση! Μαζί σου και στον Άδη ήμουν εκείνη τη στιγμή.
Όλο αυτό ήταν μόνο 4 ώρες. Σας ευχαριστώ πολύ φιλενάδες για τις όμορφες ώρες που μου χαρίσατε!